Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Μιας ώρας σκέψη σε εκείνους που έδωσαν μια ζωή για την Ελευθερία μας

0
276 Προβολές

«Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία».

Η παραπάνω άποψη θα μπορούσε κάλλιστα να φιλοξενηθεί σε οποιοδήποτε σύγχρονο άρθρο γνώμης ή ν’ αποτελέσει δήλωση οποιουδήποτε πολιτικού παράγοντα θα ήθελε να σχολιάσει τη σημερινή πραγματικότητα. Μόνο που, δυστυχώς, ειπώθηκε από τον Αθηναίο ρήτορα Ισοκράτη, που έζησε τη μακρινή περίοδο 436-338 π.Χ.

Σχεδόν 2.500 χρόνια μετά η ελληνική κοινωνία, απτόητη, βαδίζει στον ίδιο καταστροφικό δρόμο. Αρνούμενη να διδαχθεί στο ελάχιστο από τις μεγάλες καταστροφές που επέφερε αυτή ακριβώς η συμπεριφορά στο εθνικό διάβα της, εξακολουθεί να «τρώει τις σάρκες» της, να μεμψιμοιρεί για τη δυστυχία και τον κατατρεγμό της από τις ξένες δυνάμεις, αλλά τελικώς να προσφεύγει σε αυτές και να περιμένει μια νέα Ναυμαχία στο Ναυαρίνο για ν’ ανακτήσει την εθνική κυριαρχία της.

Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας στα σχολεία μας για το μεγαλείο του λαού μας, την ίδια στιγμή που εντέχνως μας αποκρύβεται η «σκοτεινή» πλευρά της ιστορίας μας, δήθεν για την ανάπτυξη εθνικού πνεύματος. Μόνο που αυτό το εθνικό πνεύμα εξαντλείται σε εκ του ασφαλούς «λεονταρισμούς» και κατ’ επίφασιν εκδηλώσεις φιλοπατρίας. Το υπόλοιπο διάστημα -το μεγαλύτερο- κυριαρχούν τα… εθνικά χαρακτηριστικά του φατριασμού, της κατεργαριάς, της ήσσονος προσπάθειας, του ατομισμού.

«Μα για όλα ευθύνεται η ιδιαιτερότητα του ελληνικού χαρακτήρα; Οι ξένες δυνάμεις δεν έπαιξαν ποτέ παιχνίδια στην πλάτη του ελληνικού λαού;», θ’ αναρωτηθεί κάποιος. Εάν αφαιρέσουμε τον προσδιορισμό «ελληνικός» η απάντηση είναι θετική. Οι όποιες δυνάμεις, ξένες ή εγχώριες, πάντα παίζουν παιχνίδια στις πλάτες αυτού που θεωρούν (και είναι) πιο αδύνατος.

Το κακό με εμάς τους Έλληνες είναι ότι -ίσως λόγω ιδιοσυγκρασίας- παίρνουμε τα πράγματα πολύ προσωπικά, σε σημείο που είμαστε πρόθυμοι να υιοθετήσουμε ακόμη και το πιο ακραίο σενάριο διεθνούς «συνομωσιολογίας» κυκλοφορήσει, αρκεί να βασίζεται στην εθνική εμμονή μας ότι κάποιοι θέλουν να μας εξαφανίσουν ως εθνική οντότητα. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, υποκρύπτει ένα σύνδρομο εθνικής κατωτερότητας, που προσπαθούμε άγαρμπα να κρύψουμε κάτω από την επιθετική επίδειξη της εθνικής μαγκιάς μας.

                                 Μόνοι μας χαλκεύουμε τα «όπλα» με τα οποία οι όποιοι εχθροί μας 
                                                          επιβουλεύονται την εθνική υπόστασή μας. 
                                     Μόνο που τούτο φροντίζουμε πολύ εύκολα να το λησμονούμε.
 

 

Ούτε που μας περνά από τη σκέψη το γεγονός ότι εάν ήταν εύκολο να «σβηστούν από τον χάρτη» έθνη με την ιστορία της Ελλάδος, θα ήταν υπεραρκετά τα 400 χρόνια σκλαβιάς να μας έχουν… εξαφανίσει. Ούτε που αναρωτιόμαστε, σε ορθολογική βάση, ποιον και γιατί θα εξυπηρετούσε η υποδούλωση της χώρας μας. Και το κυριότερο, ούτε που έχουμε το θάρρος να παραδεχθούμε ότι ίσως να φταίει και το δικό μας μυαλό για όσα κατά καιρούς έχουμε υποφέρει.

Πολίτες και πολιτικοί προτιμούμε να «πετάμε την μπάλα στην εξέδρα» όταν η συζήτηση έρχεται στις δικές μας ευθύνες και, με ένα… ανώδυνο «έλα, μωρέ, έγιναν και μερικά λάθη…», περνάμε αμέσως μετά στην αντεπίθεση, αναζητώντας τους πάντα καραδοκούντες «εχθρούς» της πατρίδας μας. Το γεγονός ότι μόνοι μας χαλκεύουμε τα «όπλα» με τα οποία οι όποιοι εχθροί μας επιβουλεύονται την εθνική υπόστασή μας το… περνάμε ξώφαλτσα. Το ότι κάνουμε τα πάντα για να υπονομεύουμε τη διεθνή θέση μας, προτιμώντας να προβάλλουμε το πρόσωπο του αθώου θύματος, στο οποίο η παγκόσμια κοινότητα οφείλει εσαεί υποχρέωση λόγω του ενδόξου παρελθόντος του, φροντίζουμε να το ξεχνούμε.

Τουλάχιστον, ας φροντίσουμε να θυμηθούμε (ή και να μάθουμε, ποτέ δεν είναι αργά) ποιοι ήταν αυτοί που προετοίμασαν κι αυτοί που πραγμάτωσαν τη μεγαλειώδη Επανάσταση του 1821, θυσιάζοντας πλούτη, οικογένειες, ακόμη και την ίδια τη ζωή τους. Κάποιοι σαν εμάς ήταν και, αναμφίβολα, σε πολύ χειρότερη μοίρα από αυτή που βιώνουμε σήμερα εμείς. Κι όμως, βρήκαν τη δύναμη να σηκωθούν από τα γόνατα, να ξεβολευτούν από τη δική τους καθημερινότητα (την οποία, μην λησμονούμε, είχαν διαμορφώσει 400 ολόκληρα χρόνια σκλαβιάς και όχι 7-8 χρόνια μνημονίων) και να διεκδικήσουν μια άυλη ιδέα, την Ελευθερία, που ωστόσο η απουσία της βάραινε υπέρμετρα στην πνευματική, αλλά και υλική ζωή τους. Μήπως να τους μιμηθούμε και από την εθνική μεμψιμοιρία μας, να περάσουμε στη φάση της εθνικής ανασυγκρότησής μας;

Ας αφιερώσουμε στη φετινή εθνική επέτειο μιας ώρας σκέψη για το από πού ερχόμαστε, πού βρισκόμαστε και προς τα πού θέλουμε να οδεύσουμε ως έθνος, έτσι ως φόρο τιμής σε αυτούς που τραγούδησαν «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».

Αφήστε ένα σχόλιο

Scroll Up