Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2018

Ενδιαφέρουσες ομιλίες στο 4ο Επιστημονικό Συμπόσιο ΚΕΜΜΕ

0
43 Προβολές

Ενδιαφέρουσες ομιλίες και πλήθος συμμετεχόντων στο 4ο Επιστημονικό Συμπόσιο του Κέντρου Έρευνας και Μελέτης της Μικρασιατικής Ερυθραίας (ΚΕΜΜΕ) του Δήμου Κηφισιάς το οποίο διεξήχθη το Σαββατοκύριακο 1η και 2 Δεκεμβρίου 2018, στο ξενοδοχείο Domotel Kastri.

Για δύο ημέρες, επιστήμονες από την Ελλάδα και από το εξωτερικό ανέπτυξαν το θέμα «Μικρασιατική Καταστροφή και το Ζήτημα της Γενοκτονίας» και… ιχνηλάτησαν τη διαδρομή «Από την Ερυθραία της Ιωνίας στη Νέα Ερυθραία της Αττικής».

Το Συμπόσιο τελούσε υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου.

Επίτιμος πρόεδρος του Συμποσίου ήταν ο διακεκριμένος γλύπτης και ακαδημαϊκός Γιάννης Παρμακέλης.

Την επιστημονική επιμέλεια του Συμποσίου είχαν οι: Βλάσης Αγτζίδης, δρ. Σύγχρονης Ιστορίας – συγγραφέας και Θοδωρής Κοντάρας, φιλόλογος.

Σημαντική η συμβολή και της οργανωτικής επιτροπής του Συμποσίου στην οποία συμμετείχαν οι; Έφη Κούτση, Λίνα Σόρογκα, Κατερίνα Μουστάκη, Αγγελική Σοφατζή και Εύα Μακρή.

Ο δήμαρχος Κηφισιάς, Γιώργος Θωμάκος, απηύθυνε χαιρετισμό τονίζοντας: «Με ιδιαίτερη ικανοποίηση ανοίγουμε τις εργασίες ενός ακόμα Συμποσίου που έχει καθιερωθεί στη Νέα Ερυθραία. Με αναδρομή- εστίαση στην καταστροφή των Ελλήνων της Ανατολής και στον ανεκτίμητο πλούτο της παράδοσης και του πολιτισμού της Ιωνικής και Αιολικής γης».

Η πρόεδρος του ΚΕΜΜΕ, Έφη Κούτση, τόνισε: «Αισθάνομαι ευγνωμοσύνη γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, έθεσε το Συμπόσιο μας υπό την αιγίδα του. Είναι σημαντική απόδειξη του βάρους που φέρει η θεματολογία του και θα πρέπει ως εκ τούτου να το αντιμετωπίσουμε με τη δέουσα προσοχή και προβληματισμό».

Θερμή ήταν η υποδοχή του κοινού στους διακεκριμένους επιστήμονες που τίμησαν τον Δήμο Κηφισιάς με την παρουσία τους και υψηλού επιπέδου η φιλοξενία που επέδειξε το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΕΜΜΕ προς όλους.

Ακολουθούν οι περιλήψεις των ομιλιών, όπως αυτές δόθηκαν στη δημοσιότητα από τον Δήμο Κηφισιάς:

Θεοδόσης Κυριακίδης, δρ. Ιστορίας, επιστημονικός συνεργάτης έδρας Ποντιακών Σπουδών ΑΠΘ «Ιστοριογραφία, ερμηνευτικά ρεύματα και δημόσιος λόγος για τη γενοκτονία στην Ελλάδα»

Στην παρούσα εισήγηση εξετάστηκαν ζητήματα που σχετίζονται με τη μνήμη και τη διαχείριση της σχετικά με τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής. Πώς δηλαδή οι απόγονοι των θυμάτων θυμούνται τα γεγονότα και πώς και από ποιούς παράγεται η σχετική βιβλιογραφία. Εργαλειοποίηση, ιδεολογικά προτάγματα και στερεότυπα είναι μερικές από τις παθογένειες που εμφανίζονται συχνά σε κάθε δημόσια ή μη αντιπαράθεση από ερασιτέχνες και επαγγελματίες ιστορικούς που συγκροτούν γνώμη περί του συγκεκριμένου ζητήματος.

Αντώνης Κλάψης, επίκουρος καθηγητής, Παν/μίου Νεάπολις Πάφου «Το δημοψήφισμα του 1920 και οι επιπτώσεις του στη  Μικρασιατική Εκστρατεία»

Το δημοψήφισμα της 22ας Νοεμβρίου/5ης Δεκεμβρίου 1920, το οποίο είχε ως θέμα την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’ στο θρόνο, αποτέλεσε σημείο καμπής στην πορεία της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Βάθυνε το εσωτερικό ελληνικό ρήγμα ανάμεσα στη βενιζελική και την αντιβενιζελική παράταξη, συμβάλλοντας στην περαιτέρω επίταση του Εθνικού Διχασμού. Επιπλέον, προκάλεσε την αντίδραση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων της Αντάντ (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία), οι οποίες, αμέσως μετά την επάνοδο του Κωνσταντίνου, διέκοψαν κάθε οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα. Τέλος, έγινε η αφορμή για την αποστασιοποίηση της Γαλλίας και της Ιταλίας από τις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει με τη Συνθήκη των Σεβρών, επιδεινώνοντας την ελληνική διπλωματική θέση και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση εκείνης της κεμαλικής Τουρκίας.

Χόφμαν-Σαββίδη Τέσα (Hofmann-Savvidis Tessa), κοινωνιολόγος, συγγραφέας και ανεξάρτητη μελετήτρια γενοκτονιών με εξειδίκευση στις Οθωμανικές γενοκτονίες, Βερολίνο «The Ottoman genocide against Greek Orthodox Christians (1912-1922) in comparative perspective», «Η Οθωμανική γενοκτονία κατά των Ελλήνων ορθοδόξων χριστιανών (1912-1922) σε συγκριτική μελέτη»

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας της οθωμανικής κυριαρχίας στα έτη 1912-1922, υπό τα δύο εθνικιστικά καθεστώτα των αποκαλουμένων Νεοτούρκων, και από το 1919 των Κεμαλιστών, τουλάχιστον τρία εκατομμύρια γηγενών χριστιανών (Έλληνες Ορθόδοξοι, Αρμένιοι και Σύριοι διαφόρων χριστιανικών δογμάτων) εξοντώθηκαν στα τάγματα καταναγκαστικής εργασίας, σε σφαγές και πορείες θανάτου.

Στην εισήγησή της εξήγησε πρώτα τις δημογραφικές ιδιαιτερότητες   της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο της περιόδου μεταξύ των Βαλκανικών πολέμων του 1912-13 και της καταστροφής της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922. Κατόπιν ορίζω την πορεία που πήρε η γενοκτονία του Ελληνοορθοδόξου πληθυσμού και εξερευνώ τις ιδιαιτερότητες σε σχέση με τη μοίρα των Αρμενίων. Η θέση της είναι ότι οι ιδιαιτερότητες αυτές βασίζονται κυρίως στα χαρακτηριστικά της περιοχής καθώς και στη μεγάλη διάρκεια της γενοκτονίας, η οποία ετελέσθη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Είναι αναγκαίο να αναρωτηθούμε για τον ρόλο που έπαιξαν οι προστάτιδες Δυνάμεις για τους Χριστιανούς οθωμανούς υπηκόους. Αντίθετα με τους Αρμενίους οθωμανούς υπηκόους, εκ των οποίων ενάμιση εκατομμύριο εξοντώθηκε μέσα σε μόλις 19 μήνες, οι Ελληνοορθόδοξοι χριστιανοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας είχαν – έστω και προσωρινά – ένα προστατευτικό καθεστώς από την Ελλάδα. Ως εκ τούτου η αρχική ουδετερότητα της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο επέφερε μια καθυστέρηση της στρατηγικής τής εξόντωσης.

Τέλος, ο όρος Γενοκτονία, όπως ορίζεται από το διεθνές δίκαιο, πρέπει να στοιχειοθετηθεί ως προς τα γεγονότα του τέλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αθανάσιος Γραμμένος, δρ. του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας «Από τη μνήμη στην αμνησία: Η πολιτική αντιμετώπιση της γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής στην Ελλάδα»

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η εκκαθάριση του ελληνικού στοιχείου της καθ’ ημάς Ανατολής, αποτέλεσε το πιο τραγικό ορόσημο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο ελληνικός κόσμος, με την έννοια της πολιτιστικής πρότασης, ακρωτηριάστηκε και η μακρά πορεία του στις μητροπόλεις της  Μικράς  Ασίας και του Πόντου διεκόπη. Υπαίτιο είναι πρωτίστως το αναδυόμενο καθεστώς των Νεότουρκων, που έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο εθνικοποίησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όμως και οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής διέπραξαν σοβαρά λάθη. Μάλιστα, για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους υιοθέτησαν πρότυπα συμπεριφοράς που περιθωριοποιούσαν το προσφυγικό πρόβλημα ενώ μέχρι σήμερα η αντιμετώπιση της προσφυγικής μνήμης από τις πολιτικές δυνάμεις παραμένει αντιφατική. Στόχος της παρούσας εισήγησης είναι να διερευνήσει τα ιδεολογικά ρεύματα σε σχέση με τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής και να εξηγήσει τη συμπεριφορά των εκάστοτε πολιτικών δυνάμεων με τα εργαλεία της Πολιτικής Επιστήμης.

Βλάσης Αγτζίδης, δρ. Σύγχρονης Ιστορίας, συγγραφέας «Σύγχρονες ερμηνευτικές αντιφωνίες για το ζήτημα της γενοκτονίας»

Παρότι έχουν περάσει εκατό χρόνια από τα δραματικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής, εν τούτοις δεν υπάρχει ενιαία ερμηνευτική αντίληψη στις διάφορες ιστοριογραφικές σχολές. Η διαφορά των προσεγγίσεων και των ερμηνειών για το ιστορικό μεταίχμιο  του 1908-1923 δεν έχει παραμείνει μόνο στις κλειστές αίθουσες των αμφιθεάτρων, αλλά έχει προκαλέσει δημόσιες, εξαιρετικά  σφοδρές συγκρούσεις για την ιστορία.

Η έλλειψη κοινά συμφωνημένου αφηγήματος για τα συγκεκριμένα  ιστορικά και κοινωνικά θέματα δημιούργησε ένα ερμηνευτικό «κενό», που το αντιλαμβάνονται άμεσα όλοι όσοι ασχολούνται μ’ αυτά, είτε ως ερευνητές σε επίμαχα ζητήματα (Γενοκτονία, σταλινικές διώξεις), είτε ως φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης προς πάσχοντες πληθυσμούς (νέο-πρόσφυγες από την τ. ΕΣΣΔ). Απόρροια αυτού του «κενού» υπήρξε ο εξαιρετικά ενδιαφέρον τρόπος που οι διάφορες  πολιτικές αλλά και ιδεολογικές δυνάμεις  αντιμετώπισαν τα νέα αιτήματα και ζητήματα που έθεσε ο προσφυγικός χώρος. Όπως αυτά εκφράστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 και κωδικοποιήθηκαν με τις δύο ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων (’94 και ’98) που αναγνώριζαν η Γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών στον Πόντο και σε όλη τη Μικρά Ασία.

Η πιο χαρακτηριστική αντιμετώπιση είναι μια αρνητική συμπεριφορά που εμφανίστηκε πρόσφατα –από τις αρχές τα νέας χιλιετίας- απέναντι στην προσφυγική Μνήμη. Μια συμπεριφορά που παραπέμπει άμεσα στην παλιά αρνητική στάση, η οποία για επτά δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν επέτρεψε στους πρόσφυγες του ’22 να επαναδιαπραγματευτούν  τη συλλογική ιστορική αφήγηση στο κοινό έθνος-κράτος, ώστε να συμμετάσχουν και αυτοί στο εθνικό αφήγημα. Και αν η παλιά Άρνηση υποχώρησε και   ακυρώθηκε με τις αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων της δεκαετίας του ‘90,  η νέα Άρνηση την υποκαθιστά με ιδιαίτερα επιθετικό ύφος, με ανελαστικά χαρακτηριστικά και με ιδιαίτερα έντονες μορφές, οι οποίες δε συνάδουν με τον έως τώρα παραδεκτό τρόπο διαμόρφωσης της συλλογικής εικόνας.

Ζεϊνέπ Τουργκιλμάζ (Zeynep Turkyilmaz), επιστημονική συνεργάτρια του Φόρουμ Διαπεριφεριακών Μελετών Βερολίνου «When disaster and  calamity of misery become their inseparable companion»  «Όταν η καταστροφή και η δυστυχία γίνεται αχώριστος σύντροφος τους»

Όταν η καταστροφή και η δυστυχία γίνονται αχώριστοι σύντροφοί τους. Ο Πόντος μεταξύ των δύο διωγμών.

Αυτή η μελέτη εξετάζει τις αναγκαστικές εκτοπίσεις των Ελληνοορθοδόξων κοινοτήτων του Πόντου το 1916-7 ή Rumlarin Dahile Sevki, όπως αποκαλούνταν επίσημα.

Είναι μια εκ του σύνεγγυς μελέτη, λεπτομερής και πολύπλοκη για το θέμα των εκτοπίσεων, η οποία εστιάζει  στη διαδικασία της λήψης των αποφάσεων και της εκτέλεσης αυτών .Βασισμένη στα οθωμανικά αρχεία, αποδεικνύω, ότι παρόλο που είναι δύσκολο να υπολογιστούν οι αριθμοί, αυτές οι εκτοπίσεις σηματοδότησαν την αρχή του ξεριζωμού ενός αυτόχθονος λαού και έβαλαν τις βάσεις για ένα δεύτερο κύμα εκτοπίσεων, που είχε αποτέλεσμα τον τερματισμό της συνύπαρξης στον Πόντο, ακόμη και πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923-24.

Διονύσιος Τσιριγώτης, επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων και Διπλωματίας στο Τμήμα Διεθνών  και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Παν/μίου Πειραιώς: «Τομές στην ελληνική υψηλή στρατηγική στη Μικρά Ασία, 1919-1922»

Στόχος της μελέτης είναι η αξιολογικά ουδέτερη ανάλυση του ελληνικού πολιτικοστρατιωτικού εγχειρήματος στη Μικρά Ασία την περίοδο 1919-1922. Αφορμώμενοι από τις διαφορετικές στρατηγικές μεταξύ της κυβέρνησης Βενιζέλου και των διαδόχων κυβερνήσεων της Ενωμένης Αντιπολίτευσης, καταδεικνύεται ο αντικειμενικός πολιτικός τους στόχος. Αναλυτικότερα, για τον Ε. Βενιζέλο, η αποδοχή της διασυμμαχικής πρόσκλησης για αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Σμύρνη, εδραζόταν στην προάσπιση του συμφέροντος επιβίωσης των εξωελλαδικών εθνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Συνεκτιμώντας τον ανταγωνιστικό στόχο του κινήματος των Νεότουρκων για την συγκρότηση εθνικού τουρκικού κράτους, μέσω της εθνικής ομογενοποίησης των χριστιανικών πληθυσμών, ο Βενιζέλος θα επιζητήσει τον διαμελισμό-αποδιάρθρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία δύο νέων κρατών, το πρώτο στην περιοχή των Στενών -Κωνσταντινούπολης και το δεύτερο την περιοχή του Πόντου.

Τουναντίον η αμετροέπεια της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης και η απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για τη διαχείριση του συμφέροντος επιβίωσης του εξωελλαδικού ελληνισμού, θα συνωθήσει στην ολοκληρωτική του εκρίζωση από τον Πόντο και Μικρά Ασία.

Χρίστος Βασιλόπουλος, δημοσιογράφος, διευθυντής σύνταξης της τηλεοπτικής εκπομπής «Μηχανή του Χρόνου»: «Τα οπτικοακουστικά ντοκουμέντα του Μεγάλου Διωγμού. Τα οθωμανικά αρχεία αποκαλύπτουν» –
Παναγιώτης Κουνάδης, ερευνητής-μελετητής της Ελληνικής Μουσικής: «Η δισκογραφία των Ελλήνων 1900-1930»
  • Ερμηνεία γιατί των Ελλήνων και όχι ελληνική
  • Ποια  είναι  η  πορεία  της  δισκογραφίας  των  Ελλήνων  μέχρι  τη  δημιουργία  της πρώτης μονάδας  παραγωγής  στην Ελλάδα από την Columbia

Μαζικές  ηχογραφήσεις από Έλληνες  έχουμε στις αρχές του 20ου  αιώνα εκτός της  ελληνικής  επικράτειας:

1) Στις μεγάλες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι το 1922

2) Εκτός Ελλάδας επίσης από τους μετανάστες στις ΗΠΑ από το 1915 και μετά.

Στην Ελλάδα από το 1924 μέχρι το 1930-31 εγκαθίσταται παραρτήματα των μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών από Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία και πραγματοποιούν ηχογραφήσεις με μετακινούμενα συνεργεία.

Μαριάννα Μαστροσταμάτη, οικονομολόγος: «Ο θρησκευτικός ζήλος στα Αλάτσατα και η ιστορία των χώρων λατρείας εκεί»

Τα Αλάτσατα ήταν γνωστά στην ευρεία περιφέρεια της Σμύρνης ως το παπαδοχώρι της Ερυθραίας. Η εικόνα των ενδεδυμένων το μαύρο ρούχο κατοίκων, ανδρών και γυναικών, (ένεκα και του γυναικείου μοναστηριού του αγίου Νικολάου) στα σοκάκια, τα μαγαζιά και τα σπίτια ήταν συνήθης, οικεία και τελικά δεδομένη.

Δεν έχει βρεθεί  κανένα άλλο ιστορικό στοιχείο που να ερμηνεύει την ιδιαιτερότητα αυτή των Αλατσατιανών στη μεγάλη συχνότητα που παρουσιαζόταν,  παρά μόνο αυτό του δεδομένου που προϋπήρχε και που κάποτε ξεκίνησε από τον εξαιρετικά ανεπτυγμένο θρησκευτικό ζήλο των ενηλίκων κατοίκων, ο οποίος στη συνέχεια δημιούργησε  στα νεαρά άτομα αφ’ ενός  την έφεση και την τάση προς τον μοναχικό βίο ή την ιεροσύνη με την αφιέρωσή τους στην υπηρεσία του θείου, αφετέρου προς αναζήτηση του de facto σεβασμού της κοινότητας, η οποία συντηρούσε σε όλες τις εποχές την αίγλη του ιερατικού σχήματος στα πρόσωπα που το αποκτούσαν.

Η σειρά των Αλατσατιανών που ακολούθησαν το μοναχικό ή ιερατικό βίο σε όλες του βαθμίδες είναι πραγματικά αναρίθμητη και εν πολλοίς άγνωστη στο σύνολό της, αφού η τάση αυτή συνεχίστηκε και στην προσφυγιά τους στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες όπου μετανάστευσαν.

Άμεσα συνδεδεμένο με την ιερατική τάση των κατοίκων είναι και το στοιχείο του μεγάλου αριθμού των χριστιανικών λατρευτικών χώρων στα Αλάτσατα που αποτελείται από ναούς, εξωκκλήσια, παρεκκλήσια, ευχετήριους οίκους, αφιερώματα και ένα μοναστήρι  που φθάνουν συνολικά τους 90 κατέχοντας ποσοτικά την πρώτη θέση στη δύναμη της Μητρόπολης Κρήνης ενώ τη δεύτερη κατέχει με μεγάλη διαφορά ο Τσεσμές με 41 και την τρίτη το Λιθρί με 25.

Σήμερα σώζεται μόνο ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου στο κέντρο της πόλης και λειτουργεί ως τζαμί.

Δημήτρης Παντέλας, δημοσιογράφος: «Ο Όμηρος Πανταζίδης και η Χάρτα του Ρήγα Φεραίου στην Κάτω Παναγιά της Ερυθραίας»

Ο Όμηρος Χ. Πανταζίδης (1869-1961), νομικός και βουλευτής Χίου, πρόσφυγας από την Κάτω Παναγιά της Ερυθραίας Μικράς Ασίας,  δεν υπήρξε μόνο ένας λαμπρός επιστήμονας αλλά και ένας αξιόλογος κοινωνικός παράγοντας, ένας εκλεκτός εκπρόσωπος του Μικρασιατικού Ελληνισμού, από τους λίγους που εργάστηκαν εντατικά για την εξυπηρέτηση των Προσφύγων του 1922 και για τον οποίο σήμερα υπάρχουν ελάχιστες αναφορές (Θ. Κυρκίδη, Δελτίο Κάτω Παναγιάς, εφημερίδα Προσφυγικός Κόσμος).

Γόνος αρχοντικής και ιστορικής οικογένειας, γεννήθηκε το 1869  στην Κάτω Παναγιά της Ερυθραίας, της εκκλησιαστικής επαρχίας Κρήνης Μικράς Ασίας και πέθανε στην Αθήνα (Μαρούσι) στις 18 Απριλίου 1961 σε βαθιά γεράματα. Αποφοίτησε από την Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και εγγράφηκε στην Νομική Σχολή της Αθήνας. Επέστρεψε στην πατρίδα του και ασχολήθηκε με την οικογενειακή επιχείρηση το εμπόριο της Σταφίδας. Μετά το διωγμό του 1914 μετέφερε την επιχείρηση στη Χίο, ανέλαβε για πέντε χρόνια πρόεδρος της Γενικής Αντιπροσωπείας των Προσφύγων της Ερυθραίας και τον Οκτώβριο του 1915 ασχολούμενος με τα προβλήματα τους, ελαβε μέρος στο Παμπροσφυγικό Συνέδριο της Θεσσαλονίκης. Μετά την καταστροφή του 1922 συνέχισε τις προσπάθειες του για την αποκατάσταση των Προσφύγων και εκλέχτηκε για 4 συνεχόμενες φορές βουλευτής (1923, 1926, 1928, 1933) με το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Ο προπάππους του, Χριστόδουλος Πανταζής (Πανταζίδης στην Κάτω Παναγιά)  έμπορος στη Βιέννη καταγόμενος από τη Ζαγορά του Πηλίου, ήταν συνεργάτης και πιστός φίλος του Ρήγα Βελεστινλή, ο οποίος καταδιωκόμενος βρήκε καταφύγιο στην Κάτω Παναγιά, ως διδάσκαλος και αγωνιστής των ιδεωδών του Εθνους. Μαζί του έφερε και ένα αντίτυπο της Χάρτας του Ρήγα Φεραίου, του οποίου τελευταίος κληρονόμος ήταν ο Ομηρος Πανταζίδης.

Νίκος Κανελλόπουλος, ειδ. επιστήμονας Στρατιωτικής Ιστορίας  στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, Νίκος Τόμπρος, λέκτορας Πολιτικής Ιστορίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων:  «Η ναυμαχία του Τσεσμέ (1770) και η ρωσική πολιτική στο Αιγαίο»

Τα Ορλωφικά, όπως ονομάστηκε βιβλιογραφικά η αποτυχημένη πελοποννησιακή εξέγερση του 1770, αποτέλεσαν -εκ μέρους της Ρωσίας- κίνηση αντιπερισπασμού στον ρωσοοθωμανικό πόλεμο της περιόδου 1768-1774. Η πολεμική εμπλοκή της Μ. Αικατερίνης στην προαναφερθείσα εξέγερση καταδεικνύει τη στροφή των ρωσικών ενδιαφερόντων προς τα νότια της Ευρώπης και ειδικότερα την «Άσπρη Θάλασσα» (Αιγαίο). Επιπρόσθετα η επικράτηση της Ρωσίας στον πόλεμο ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία και οι διαρθρωτικές αλλαγές που σημειώθηκαν στο εσωτερικό της πρώτης, της επέτρεψαν να καταστεί σταδιακά μια από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής της.

Κομβικής σημασίας πολεμικό γεγονός τόσο για την εξέλιξη του ρωσοοθωμανικού πολέμου, όσο και για τη ρωσική κυριαρχία στο Αιγαίο, αποτέλεσε η ναυμαχία στον κόλπο του Τσεσμέ (5-7 Ιουλίου 1770). Οι Ρώσοι επέδειξαν στη συγκεκριμένη πολεμική αναμέτρηση -παρά την αριθμητική υπεροχή των Οθωμανών – τόλμη και επιθετικό πνεύμα, γεγονός που τους χάρισε τη νίκη και συντέλεσε στην ολοσχερή σχεδόν καταστροφή του οθωμανικού στόλου. Στους σκοπούς της παρούσας μελέτης συγκαταλέγονται, εκτός των άλλων, η ανάλυση της ναυμαχίας και του τρόπου δράσης των αντιπάλων στόλων, καθώς και η διερεύνηση της ελληνικής συμμετοχής στη συγκεκριμένη πολεμική επιτυχία των Ρώσων. Ύστερα από τη ναυμαχία στον Τσεσμέ οι Ρώσοι κινούνταν πλέον ελεύθερα στο Αιγαίο Πέλαγος. Η ρωσική κυριαρχία σε οθωμανικές περιοχές επισφραγίστηκε και επίσημα με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), η οποία τερμάτισε και τυπικά τον ρωσοοθωμανικό πόλεμο (1768-1774). Η ήττα όμως των Οθωμανών στον Τσεσμέ συνοδεύτηκε από βιαιότητες και διωγμούς σε βάρος ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών της Μ. Ασίας, με χαρακτηριστικότερη ίσως περίπτωση τη Σμύρνη, όπου φανατικοί μουσουλμάνοι σφαγίασαν περίπου 1.500 ελληνόφωνους χριστιανούς.

Γιώργος Ανωμερίτης, οικονομολόγος, συγγραφέας, ποιητής «Η οικογένεια Τενεκίδη από τα Βουρλά της Ερυθραίας και η σχέση της με τις οικογένειες Σεφεριάδη και Αρώνη»

Από τον 17ο αιώνα άρχισε η συστηματική μετανάστευση των Ναξιωτών προς την Ερυθραία ,κυρίως προς τα Βουρλά και τη Σμύρνη. Τα Βουρλά υπήρξαν το κέντρο έλξης των Ναξιωτών λόγω της ανάπτυξης της αμπελουργίας σύντομα δε αποτέλεσαν την πλειοψηφία των Ελλήνων κατοίκων. Οι Αρώνηδες από το Φιλώτι Νάξου άρχισαν να μεταναστεύουν από το 1750. Ένας εξ αυτών ίδρυσε το 1852 τη Σχολή Αρώνη που λειτούργησε συνεχώς μέχρι το 1922. Ο δημογερών και σπουδαίος επιχειρηματίας Γεωργάκης Κόκου Τενεκίδης εκ της ρίζας αυτής (το »τενεκές» ήταν παρατσούκλι του πατέρα του) παντρεύθηκε την Ευανθία Πεστεμαντζόγλου. Κόρη τους ήταν η Δέσπω, η οποία παντρεύθηκε τον Στέλιο Σεφεριάδη, υπήρξαν δηλαδή γονείς του Γιώργου Σεφέρη. Τόσο οι Τενεκίδηδες, όσο και οι Σεφεριάδηδες σπούδασαν στη Σχολή Αρώνη. Εκ των Τενεκίδηδων προέρχονται, τόσο ο Κόκος Γ. Τενεκιδης, σύμβουλος του Ελ. Βενιζέλου, όσο και ο γιος του Γιώργος, Πρύτανης του Πάντειου Πανεπιστημίου. Η Δέσπω και η ζωή στη Σκάλα Βουρλών επιρρέασαν την ποιητική δουλειά του «θαλασσινού» Γιώργου Σεφέρη όσο τίποτα άλλο. Εξάλλου ως πατρίδα του θεωρούσε τη Σκάλα Βουρλών.

Αντώνης Τζιώτης, φιλόλογος «Τα Βουρλά επέκεινα της Ερυθραίας. Η περίπτωση της Νάξου»

Τα Βουρλά, εκ των λαμπρών ονομάτων της Ερυθραίας, ευθύς μετά την Καταστροφή του ΄22, εγνώρισε την τύχη και των άλλων Ελληνίδων περιοχών της Μικρασιατικής Χερσονήσου. Η προσφυγική ιστορία της μαρτυρικής αυτής πόλεως έχει τις καταγραφές της σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, ένα εκ των οποίων και η Νάξος. Με μια διαφορά: Ενώ αλλού μετέβησαν και εγκατεστάθησαν, όπως η Σάμος, το Ηράκλειο Κρήτης και η Αττική, στη Νάξο τα Βουρλά συνέχισαν μια ιστορία που είχε την αρχή της πολλές δεκαετίες πριν. Κάνομε λόγο για την πολυπληθή μετανάστευση Ναξιωτών προς την περιοχή της Σμύρνης, και κυρίως τα Βουρλά, και τη διαρκή καθόλο αυτό το διάστημα, αμοιβαία επικοινωνία.

Έτσι, στη Νάξο – και μπορώ να μιλήσω σαφέστερα για το χωριό μου, το Φιλώτι – η μνήμη των Βουρλών εξακολουθεί ακόμη υπάρχουσα. Τούτο αποτυπώνεται στις διηγήσεις των μεγαλυτέρων, στις οικογενειακές μνήμες και τα κειμήλια, στα υλικά τεκμήρια, σε αλληλογραφίες, σε συγγραφές βιβλίων και σε δημοσιεύματα στον τύπο, σε εορταστικές εκδηλώσεις κ.λπ.

Άρα, τα Βουρλά, πέρα της γεωγραφικής και κοινωνικοοικονομικής και πολιτιστικής των ιστορίας, εκεί στην Ερυθραία, δεν χάθηκαν μετά την Καταστροφή. Εξακολουθούν ζώντα ως «έμπρακτη» μνήμη επέκεινα της Ερυθραίας, όπως κατά το παράδειγμα του Φιλωτίου Νάξου, όπου ακόμη και σήμερα η έννοια «Βουρλά» ξεπερνά τον γεωγραφικό της προσδιορισμό ως σημαίνουσας πόλης της Μ. Ασίας και προκαλεί εύλογη συγκίνηση και ενδιαφέρον όπως πολλαχού της Ελλάδας.

Ανδρέας Μπαλτάς, ιστορικός, πολιτικός επιστήμων «Ο εικονογράφος Ιωάννης Τερζής από τα Καράμπουρνα της Ερυθραίας»

Ο εικονογράφος Ιωάννης Τερζής γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Μποϊνάκι, στα Καράμπουρνα της Μικρασιατικής Ερυθραίας.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Γαστούνη Ηλείας, όπως και οι περισσότεροι Μποϊνακιώτες. Το 1937, ο Τερζής γνώρισε τον Φώτη Κόντογλου και έγινε μαθητής, βοηθός και συνεργάτης του, αναλαμβάνοντας μαζί του την εικονογράφηση αρκετών εκκλησιών. Το 1947, ο Τερζής ξεκίνησε να εικονογραφεί μόνος του εκκλησίες σε όλη την Ελλάδα. Το 1961, μετέβη στις ΗΠΑ με την οικογένειά του, όπου ανέλαβε την αγιογράφηση πολλών ορθόδοξων ναών, σε διάφορες πολιτείες.

Στην παρούσα ανακοίνωση ερευνάται η τεχνοτροπία του καλλιτέχνη, η επιρροή του Κόντογλου, καθώς και η επίδραση των βιωμάτων της μικρασιατικής πατρίδας και της προσφυγιάς στο έργο του.

Στα προεδρεία των συνεδριών ήταν οι: Αργύρης Καρράς, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Κυριακή Πατρινού, νομικός, δημοτική σύμβουλος, Λία Βαλάτα-Τσιάμα, φιλόλογος, ερευνήτρια, Μ.Α. Παν/μίου Ινδιανάπολης, Λέανδρος Ρακιντζής, νομικός, πρώην γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης, Ειρήνη Πολίτη, φιλόλογος, πρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου Κηφισιάς, Μαρία Χριστίνα-Τσιάμα, δημοτική σύμβουλος, μέλος Δ.Σ. ΚΕΜΜΕ, Λίνα Σόρογκα, επικοινωνιολόγος, B.S. Παν/μίου Βοστώνης, Δήμητρα Δελή, πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Νέας Ερυθραίας, Γιάννης Κουνέλλας, ιατρός – βιοπαθολόγος, Γιάννης Τσαγκάρης, αρχιτέκτονας, δημοτικός σύμβουλος μέλος Δ.Σ. του ΚΕΜΜΕ, Αλεξάνδρα Βοζάνη, τοπική σύμβουλος και μέλος Δ.Σ. ΚΕΜΜΕ.

Η έναρξη του συμποσίου ξεκίνησε μουσικά με τη μονωδό, μεσόφωνο Διαμάντη Κριτσωτάκη και έκλεισε μουσικά με ερυθραιώτικα τραγούδια από τις γυναίκες του Χορευτικού Ομίλου Νέας Ερυθραίας.

Σημαντική ήταν η συμβολή του Δ.Σ. του ΚΕΜΜΕ: Ευτυχία Κούτση, Λίνα Σορόγκα, Μαρία-Χριστίνα Τσιάμα, Αλεξάνδρα Βοζάνη, Απόλλωνας Σμυρναίος, Κατερίνα Μουστάκη, Δημήτρης Ανδρεαδάκης, Αγγελική Σοβατζή, Γιάννης Τσαγκάρης.

Ο Δήμος Κηφισιάς, με ανακοίνωσή του, ευχαριστεί το προσωπικό και τους εθελοντές του ΚΕΜΜΕ και ιδιαίτερα στον κ. Γιάννη Ασπρόμουγγο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Scroll Up