Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις, εμάς τους Έλληνες όμως…

0
146 Προβολές

Όντως, ήταν δεκάδες χιλιάδες οι ελληνικές σημαίες στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Όντως ήταν δεκάδες χιλιάδες ο κόσμος που βροντοφώναξε το «Όχι» στη χρησιμοποίηση του όρου «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους των Σκοπίων, τραγουδώντας τη Ρωμιοσύνη. Όμως, δεν κατάφεραν να στείλουν μήνυμα ενότητας. Αντιθέτως, επιβεβαίωσαν ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται ίσως πολύ κοντά στο ακρότατο σημείο του πλήρους διχασμού.

Βέβαια, σε αυτό βοήθησε και η άκρως πολωτική – διχαστική ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη, που ήρθε να επιβεβαιώσει ότι η ηλικία δεν είναι ανάλογη της σοφίας. Περίμενα με ενδιαφέρον ν’ ακούσω την ομιλία του μεγάλου Έλληνα συνθέτη. Προσδοκούσα σε μια παρέμβαση που θα ένωνε τον λαό, θα τοποθετούσε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση, θα έδινε μια και καλή απαντήσεις στον φασισμό, απ’ όποια πλευρά κι αν εκπορεύεται αυτός.

«Δαγκώθηκα» από τις πρώτες λέξεις του, από την εισαγωγή του. Η αυταπάτη μου ότι η πνευματική ελίτ της χώρας μπορούσε να κάνει την υπέρβασή της και να αποτελέσει τον «φάρο» μέσα στην κοινωνική τρικυμία μας, διαλύθηκε μεμιάς. Ο λόγος του ήταν αναντίστοιχος της ιστορικής διαδρομής του. Οι λέξεις που επέλεξε πρόδιδαν τ’ αθάνατα τραγούδια του, που γενιές ολόκληρες Ελλήνων τραγουδούσαν κλαίγοντας. Ουδείς μπορεί ν’ αμφισβητήσει την ιστορία του μεγάλου Μίκη, αλλά ούτε μπορεί να τη χρησιμοποιεί ως ισχυρό άλλοθι για κάποιες επιλογές του. Και η επιλογή της Κυριακής 4 Φεβρουαρίου 2018 δεν ήταν από αυτές που θα τη χαρακτήριζε κάποιος ως «grande finale».

_______________________
Τα κάστρα συνήθως πέφτουν από μέσα. Πολύ περισσότερο όταν αυτοί που τα υπερασπίζονται βλέπουν ο ένας στο πρόσωπο του άλλου τον «εχθρό»…
_______________________

Από εκεί και πέρα, για τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα τι να γράψει κανείς; Αν πεις ότι ήταν ένα αυθόρμητο λαϊκό ξέσπασμα, θα χαρακτηρισθείς ακροδεξιός, πατριδοκάπηλος, εθνικιστής. Αν γράψεις ότι ήταν μια δίχως νόημα και ουσία αντίδραση, αφού τέτοιου είδους διπλωματικά ζητήματα λύνονται σε άλλα «φόρα» και πάντως όχι στις πλατείες, θα σε πουν εθνικό μειοδότη, προδότη, ανθέλληνα. Τέλος, αν σταθείς κάπου στο μέσο, όχι από διάθεση ουδετερότητας (η οποία εξάλλου δεν χωρά σε τόσο σημαντικές εθνικές καμπές), αλλά επειδή αισθάνεσαι ότι και οι δύο πλευρές «ακροβατούν» επικίνδυνα, ε, τότε θα δεχθείς εκατέρωθεν τα «πυρά».

Ας είναι. Η στήλη δεν θεωρεί ότι όλοι όσοι κατέβηκαν στην πλατεία Συντάγματος ήταν ακροδεξιοί ή αντικυβερνητικοί. Όμως δεν θεωρεί και ότι όλοι είχαν πλήρη συνείδηση του τι διεκδικούσαν. Η συγκέντρωση αυτή είχε πάνω κάτω τα ίδια χαρακτηριστικά που είχαν οι αντίστοιχες μαζώξεις στις πλατείες των «αγαναχτισμένων» και των υποστηρικτών του «Ναι» και του «Όχι». Ένα ανομοιογενές πλήθος (πολιτικός αχταρμάς) όπου ο καθένας είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του εντελώς διαφορετικά πράγματα από αυτά που έγραφε το «πανό» κάτω από το οποίο στεκόταν ή κραύγαζε υπό τη μορφή συνθήματος. Το μόνο που ξεχείλιζε «ατόφιο», «καθάριο», «απροκάλυπτο» ήταν το βαθύ μίσος για τον «άλλον», τον «αντίπαλο», που δεν ασπάζεται τυφλά τα δικά μας πιστεύω.

Κάποιος ξένος που θα κατέγραφε την εικόνα, θα αναρωτιόταν ποιος ήταν τελικά ο «εχθρός» απέναντι στον οποίο ξεσηκώθηκαν τα πλήθη, το κράτος των Σκοπιανών ή ο «άλλος» Έλληνας, που δεν κατέβηκε στους δρόμους; Οι περισσότερες αναφορές, τα περισσότερα σχόλια, είτε στην πλατεία Συντάγματος, είτε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν αφορούσαν στους γείτονές μας, με τους οποίους υποτίθεται έχουμε τις όποιες διαφορές, αλλά στους «εσωτερικούς εχθρούς», που δεν «γραπώνουν» τη σημαία, να κατέβουν στον δρόμο και να υπερασπιστούν την «εθνική μας αξιοπρέπεια».

Δεν εκπλήσσει αυτό που γίνεται. Είναι σύνηθες κράτη που πλήττονται από ισχυρά εσωτερικά προβλήματα να φέρνουν στο προσκήνιο παλιά ή νέα εθνικά ζητήματα, προκειμένου είτε να αποπροσανατολίσουν τον λαό από τα πραγματικά «αγκάθια» που τον ενοχλούν, είτε για να επιτύχουν μια -έστω και επίπλαστη- ενότητα. Μόνο που στην περίπτωση της Ελλάδος, ούτε αυτό επετεύχθη. Ο Έλληνας που διαδήλωσε στο Σύνταγμα, επιστρέφοντας σπίτι του, ένιωσε την υπερηφάνεια του να «ξεφουσκώνει», καθώς ξαναβρέθηκε αντιμέτωπος με την καθημερινή εθνική ταπείνωση των μνημονίων, της κομμένης σύνταξης, του άνεργου ή ξενιτεμένου παιδιού, των απλήρωτων λογαριασμών, αντιμέτωπος με μια ζωή χωρίς προοπτική, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Και μπορεί να μην ήθελε να το πει, αλλά βαθιά μέσα του αισθανόταν ότι ακόμη κι αν διασωθεί το όνομα «Μακεδονία», ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιηθεί ως συνθετικό στην ονομασία του γειτονικού κράτους, αυτό δεν θ’ αλλάξει τίποτε για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Γιατί γνωρίζει, έστω κι αν προσπαθεί να το ξεχάσει, ότι τα κάστρα πέφτουν συνήθως από μέσα…

Γι’ αυτό δεν κλαίω για τη Ρωμιοσύνη. Για τους Έλληνες κλαίω.

Αφήστε ένα σχόλιο

Scroll Up